Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα που προκύπτει από κοινοβουλευτική ερώτηση έντεκα βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ που κατατέθηκε στις 4 Ιουνίου και με την οποία ζητείται από την κυβέρνηση να παρέμβει προκειμένου να αποτραπεί η τοποθέτηση σε δημόσιο χώρο στη Δράμα αναθηματικής στήλης που φέρει το γνωστό χωρίο του Στράβωνα «Έστι μεν ουν Ελλάς και η Μακεδονία», συνοδευόμενο από την αγγλική του απόδοση, διότι κάτι τέτοιο παραβιάζει, κατά τη γνώμη τους, τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Ομολογώ ότι εξεπλάγην, όταν το θέμα ετέθη υπ’ όψη μου.
Δεν υπήρξα ποτέ υποστηρικτής της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αντιθέτως, ήδη από το 2018 είχα υποστηρίξει δημόσια ότι η αναγνώριση «μακεδονικής» εθνότητας και «μακεδονικής» γλώσσας συνιστούσε την ουσιαστική αποδοχή του σκληρού πυρήνα του κρατικού ιδεολογήματος των Σκοπίων. Θεωρούσα τότε, και εξακολουθώ να θεωρώ και σήμερα, ότι η Ελλάδα δεν είχε κανέναν λόγο να νομιμοποιήσει διεθνώς ως «μακεδονικά» ούτε την εθνότητα ούτε το σλαβικό γλωσσικό ιδίωμα ενός πληθυσμού που δεν έχει καμία απολύτως ιστορική σχέση με την αρχαία Μακεδονία.
Από τη στιγμή, όμως, που η συμφωνία υπογράφηκε και κυρώθηκε από την ελληνική Βουλή, η χώρα οφείλει να τηρεί τις διεθνείς δεσμεύσεις της και, μάλιστα, ανεξαρτήτως της (γνωστής) στάσης που κρατάει η άλλη πλευρά. Οφείλει να τις τηρεί όχι μόνο γιατί στην αντίθετη περίπτωση θα διατηρηθούν όλα τα εις βάρος μας σημεία της συμφωνίας, ενώ θα χάσουμε τα λίγα θετικά που έχουμε αποκομίσει. Αλλά και γιατί, επιπλέον και ίσως σημαντικότερα, αυτό αποτελεί στοιχειώδη κανόνα σοβαρής εξωτερικής πολιτικής. Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο οφείλουμε να γνωρίζουμε τι πράγματι λέει η συμφωνία και τι δεν λέει.
Το παράδοξο είναι ότι οι συντάκτες της ερώτησης, αν και επικαλούνται τη Συμφωνία των Πρεσπών, εμφανίζονται να παραβλέπουν μία από τις σημαντικότερες διατάξεις της: το Άρθρο 7.
Στο άρθρο αυτό αναγνωρίζεται ρητά ότι, όταν η Ελλάδα χρησιμοποιεί τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας», αυτοί παραπέμπουν όχι μόνο στη γεωγραφική περιοχή της βόρειας Ελλάδας, αλλά και στον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική ιστορία, την ελληνική κληρονομιά και την ιστορική συνέχεια της ελληνικής Μακεδονίας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Με άλλα λόγια, η ίδια η Συμφωνία των Πρεσπών αναγνωρίζει ότι η αρχαία Μακεδονία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής ιστορίας και της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι ακριβώς είναι αυτό που τόσο ενοχλεί στην αναφορά της ελληνικότητας της Μακεδονίας, έστω και στο συμβολικό επίπεδο;
Με ποια ακριβώς λογική η αναγραφή ενός χωρίου του Στράβωνα συνιστά παραβίαση της συμφωνίας;
Από πότε η επίκληση ενός αρχαίου Έλληνα συγγραφέα αποτελεί πράξη εχθρότητας;
Από πότε η αναφορά στην ελληνικότητα της αρχαίας Μακεδονίας θεωρείται αλυτρωτισμός;
Και, κυρίως, πώς είναι δυνατόν να χαρακτηρίζεται ως αντίθετη προς τη Συμφωνία των Πρεσπών μία αναφορά σε κάτι που η ίδια η Συμφωνία αναγνωρίζει ρητά;
Η κυβέρνηση οφείλει να απορρίψει κάθε σκέψη παρέμβασης προς αυτή την κατεύθυνση.
Θα ήταν αδιανόητο η ελληνική Πολιτεία να εμφανιστεί να λογοκρίνει ένα χωρίο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ή να αντιμετωπίζει ως ύποπτη την αναφορά στην ελληνική ιστορία της Μακεδονίας.
Μία τέτοια επιλογή δεν θα αποτελούσε απλώς προσβολή προς τους Έλληνες πολίτες της Μακεδονίας. Θα συνιστούσε προσβολή προς την ίδια την ιστορική αλήθεια και προς την πολιτισμική κληρονομιά της χώρας.
Τέλος, θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ακούσουμε επ’ αυτού και την άποψη του Αλέξη Τσίπρα. Συμμερίζεται άραγε την ερμηνεία που δίνουν ορισμένοι βουλευτές στη συμφωνία που ο ίδιος υπέγραψε; Συμμερίζεται, δηλαδή, την άποψη ότι η αναγραφή ενός χωρίου του Στράβωνα σε αναθηματική στήλη παραβιάζει το πνεύμα ή το γράμμα της συμφωνίας;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μας βοηθούσε να κατανοήσουμε αν η ερμηνεία που δίνουν σήμερα οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ανταποκρίνεται πράγματι και στο πνεύμα των συντακτών της συμφωνίας που υπεγράφη το 2018.
