Παραγωγικό και Χρηματοοικονομικό Σύστημα: Εχθροί και -ταυτόχρονα- Φίλοι (με τον Χρήστο Α. Ιωάννου)


Λήψη

Η παραγωγική διαδικασία εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Υποτίθεται ότι η λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών συνίσταται στη διασπορά του κινδύνου και, κυρίως, στην παροχέτευση του κεφαλαίου στις πιο παραγωγικές χρήσεις του. Στις περιπτώσεις αυτές, όπου η χρηματοπιστωτική σφαίρα υποστηρίζει την παραγωγική, υπάρχει μια υγιής συμβίωση των «κόσμων» της παραγωγής και του χρήματος.

Ωστόσο, σε ορισμένες περιόδους της ιστορίας, η σχέση αυτή αποκτά ένα παρασιτικό χαρακτήρα: ο χρηματοοικονομικός τομέας εισέρχεται σε μία φάση εκρηκτικής και δυσανάλογης προς τον παραγωγικό τομέα μεγέθυνσης, με αποτέλεσμα να πληθωρίζει τις τιμές ήδη υπαρχόντων περιουσιακών στοιχείων –γη, κατοικία, μετοχές–, αντί να κατευθύνεται προς τη δημιουργία νέας παραγωγής και παραγωγικών καινοτομιών. Τότε, αντί να συμβάλλει στην παραγωγή πλούτου, αποσπά πλούτο υπό τη μορφή προσόδου. Όταν οι δημιουργούμενες με τον τρόπο αυτό «φούσκες» σκάνε, τότε το αποτέλεσμα είναι η δραματική συρρίκνωση του μεγέθους και της δυναμικότητας του πραγματικού τομέα της παραγωγής αγαθών και μη-χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, τα επίπεδα ζωής καταρρέουν μαζί με την κατάρρευση του ίδιου του χρηματοοικονομικού τομέα.

Τέτοιου τύπου κρίσεις στην πρόσφατη ιστορία δεν ήταν μόνο η κρίση του 1929. Η ασιατική κρίση της δεκαετίας του ’90 αλλά και η τρέχουσα, ορόσημο της οποίας υπήρξε η χρεοκοπία της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008, μέσα σε ένα πλαίσιο απορυθμισμένων χρηματοοικονομικών αγορών, έχουν τις ίδιες γενεσιουργές αιτίες. Ο Keynes είχε εντοπίσει από το 1930 (The Treatise of Money) ότι οι υφέσεις δημιουργούνται όταν το χρήμα μετακινείται από την παραγωγική στη χρηματοοικονομική σφαίρα. Η παρατήρηση είναι επίκαιρη και σήμερα, καθώς σχετικές εκτιμήσεις υπολογίζουν ότι η αγορά χρηματοοικονομικών παραγώγων είναι τουλάχιστον διπλάσια σε μέγεθος του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Δεν υπάρχει καμιά εμπειρική επιβεβαίωση ότι η απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών μετά το 1980 βελτίωσε τις επιδόσεις της πραγματικής οικονομίας. Το πρόγραμμα του χρηματοπιστωτικού laissez faire βασίσθηκε περισσότερο στην ιδεολογία παρά στη βασισμένη στην πραγματικότητα θεωρία. Οδήγησε τις αγορές σε μεγαλύτερη αστάθεια, όχι σε ευστάθεια. Δεν πρόσθεσε στο προϊόν, στα κέρδη, στα εισοδήματα της πραγματικής οικονομίας, αντίθετα πρόσθεσε μεγαλύτερα κόστη και απώλειες. Αυτό δείχνει η παρούσα κρίση στις ΗΠΑ και στην ΕΕ.

Ούτε στην Ευρωζώνη η απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών συνέβαλε στην διασπορά του κινδύνου, στην παροχέτευση του κεφαλαίου στις πιο παραγωγικές χρήσεις του και στην σύγκλιση των κρατών-μελών της. Συνέβαλε στο ακριβώς αντίθετο. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, είναι μία από τις αιτίες που τροφοδότησαν την τρέχουσα κρίση, η οποία έχει πρωτευόντως ενδογενή χαρακτηριστικά, και η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «διαρθρωτική κατάρρευση».
Στην ευρωζώνη, η αντικατάσταση του γερμανικού μάρκου, που ήταν ο ρυθμιστής του προηγούμενου Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (EMS), με το ευρώ, είχε ως αποτέλεσμα η πλεονασματική Γερμανική οικονομία να είναι η μόνη που διατήρησε την νομισματική εξουσία της και τη μακροοικονομική αυτονομία της. Η χρηματοπιστωτική απορρύθμιση εδραίωσε και επέτεινε και στην ευρωζώνη σχέσεις ασύμμετρης οικονομικής ανάπτυξης και επιρροής.

Το ευρώ λειτούργησε ως ένας μηχανισμός εσωτερικής ανατίμησης στο Νότο, ενώ η Γερμανία εσωτερικά ακολουθούσε συστηματικά πολιτική εσωτερικής μισθολογικής συγκράτησης, παραγωγικής και εξαγωγικής επέκτασης και εσωτερικής υποτίμησης.

Η μείωση και η σύγκλιση των επιτοκίων δανεισμού δεν έφερε σύγκλιση στην ανάπτυξη αλλά μεγαλύτερη απόκλιση παραγωγικών συστημάτων παραγωγής και παραγωγικότητας. Η ροή κεφαλαίων από τον πλεονασματικό Βορρά στον ελλειμματικό Νότο διατήρησαν την εφήμερη αυταπάτη της «σύγκλισης», ενώ καταστρέφονταν έτι περαιτέρω οι εναπομείναντες παραγωγικοί τομείς. Δεν διόρθωσε την άνιση ανάπτυξη, την επέτεινε. Χρηματοδότησε τις εξαγωγές του Βορρά, ενώ ως επένδυση στράφηκε κυρίως στους τομείς τον διεθνώς μη εμπορευσίμων προϊόντων και υπηρεσιών, παράγοντας, αναπαράγοντας και διευρύνοντας «φούσκες».

Στην Ελλάδα, ειδικότερα, η ποικιλόμορφη εισροή κεφαλαίων από τον Βορρά στην περίοδο 2000-2009 (ή, ακόμη καλύτερα, στην περίοδο 1985-2009) διέστρεψε τις σχετικές τιμές μεταξύ διεθνώς και μη διεθνώς εμπορευσίμων, καθιστώντας σε μεγάλο βαθμό τις παραγωγικές επενδύσεις ασύμφορες, εντείνοντας τη «διαρθρωτική κατάρρευση» της οικονομίας.

Η Ελλάδα μπορεί να δανειζόταν με 0,3% το 2003 δηλαδή με αρνητικά πραγματικά επιτόκια, αλλά την ίδια εποχή το ανατιμημένο ευρώ συνέχιζε να καταστρέφει την ισχνή παραγωγική βάση της χώρας. Η Ελλάδα χωρίς οικονομικό και παραγωγικό σχέδιο εντός του ευρώ τρεφόταν με αυταπάτες σύγκλισης, μέσω δανεισμού χρηματοδοτούμενου προσωρινά από τη διεθνή και την ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική απελευθέρωση.

Η λύση σε αυτήν την κρίση πλέον βρίσκεται αφενός σε ένα εθνικό σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας μας, αφετέρου σε ένα αναγκαίο σχέδιο για μια «νέα Ευρωζώνη» . Η ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών είναι συστατικό στοιχείο ενός τέτοιου σχεδίου, ενώ τα «αποτελέσματα» της ΕΚΤ δεν θα πρέπει να αξιολογούνται με κριτήριο τα ετήσια «κέρδη» της, αλλά με την συνεισφορά της στην διατήρηση της ισορροπίας της οικονομίας της ευρωζώνης. Ισορροπία που δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από την σταθερότητα των τιμών, αλλά και από την ποδηγέτηση της ανεργίας.

Οι πολίτες που κερδίζουν την ζωή τους στην πραγματική οικονομία χρειάζονται ένα χρηματοπιστωτικό τομέα που συμβάλλει στην δημιουργία αξίας και όχι ένα προσοδοθήρα τομέα που καταστρέφει την παραγόμενη αξία, τις παραγωγικές δυνατότητες, το ανθρώπινο κεφάλαιο, τις κοινωνικές σχέσεις, το περιβάλλον.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *


This site is using the Seo Wizard plugin created by http://seo.uk.net/